Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Νυχτερινές Αποκαλύψεις μέρος 2ο

Πήρε την κούπα με τον καφέ, τράβηξε τις κουρτίνες να μπει λίγο φως, και άνοιξε την μπαλκονόπορτα να μπει καθαρός αέρας.




Πήρε τα τσιγάρα από την τσάντα της, που την βρήκε παρατημένη εκεί σε μια γωνιά με τα χιλιάδες κομματιασμένα όνειρα, στο πάτωμα του σαλονιού.



Προς στιγμήν, δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα από ότι είχε γίνει, απλά ήθελε να μείνει λίγο μόνη. Κι τότε θυμήθηκε ότι ήταν Παρασκευή και ότι σε μισή ώρα έπρεπε να ετοιμαστεί για να πάει στη δουλειά της. Έτσι όμως όπως αισθανόταν το μόνο που δεν ήθελε ήταν να πάει στη δουλειά. Πήρε αμέσως τηλέφωνο τη γραμματέα της, μιας και ήταν διευθύντρια Μάρκετινγκ στην εταιρεία που δούλευε και της είπε ότι αρρώστησε και να της ακυρώσει όλα τα ραντεβού που είχε προγραμματίσει με τους πελάτες της.



Αυτή τη χειμωνιάτικη λιακάδα, ήθελε να την απολαύσει στη φύση, και να ξεφύγει από τις εικόνες του σπιτιού. Χωρίς δεύτερη σκέψη, φόρεσε τις φόρμες της, τα αθλητικά, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και έκλεισε την πόρτα του σπιτιού πίσω της. Κάλεσε το ασανσέρ αλλά είδε ότι αργούσε, και λες και η ημέρα θα τελείωνε και οι εικόνες του σπιτιού θα τρυπούσαν από τους τοίχους να την κυνηγήσουν, άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τις σκάλες. Μπήκε στο αυτοκίνητό της, έβαλε μπρος πάτησε το γκάζι και άρχισε να τρέχει, για να βρει διέξοδο στο αγαπημένο της μέρος. Λες και είχε βάλει τον αυτόματο πιλότο, σε λίγη ώρα είχε φτάσει στο Σούνιο, και αγνάντευε τη λιακάδα και τη θάλασσα.



Άναψε τσιγάρο και ρούφηξε τον καπνό με τόση δύναμη λες και ήθελε να γεμίσει το μέσα κόσμο της με ένα σύννεφο νικοτίνης μήπως και έκαιγε ή αλλοίωνε όλα εκείνα που την έπνιγαν.

Το βλέμμα της είχε χαθεί στο απέραντο κενό που η θάλασσα της δημιουργούσε. Αισθανότανε το κύμα μου αγκάλιαζε την ακροθαλασσιά, να της φέρνει τις καλές στιγμές και να παίρνει μέσα της, τις άσχημες. Ένα τσουνάμι συναισθημάτων σηκώθηκε από μέσα της και τα μάτια της μονομιάς άρχισαν να βουρκώνουν και να βγαίνει ξανά ο λυγμός στην επιφάνεια. Με το μυαλό κομματιασμένο ήθελε να φύγει, ήθελε να πέσει μέσα στη παγωμένη θάλασσα και να μην αισθάνεται τίποτα παρά μόνο την ανάσα της να κόβεται σιγά σιγά από το παγωμένο νερό. Ήταν στη στεριά κι όμως αισθανόταν ότι πνιγόταν. Πνιγόταν στα συναισθήματά της και δεν μπορούσε να βρει διέξοδο, ο λυγμός όλο και δυνάμωνε και ξαφνικά έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Κραυγή πόνου, λύπης, θλίψης, κραυγή αγωνίας, λαχτάρας και αγάπης αλλά και ενός έρωτα που χτες βράδυ αισθάνθηκε πως είχε πια τελειώσει και από την άλλη πάλι όχι. Τον ήθελε τόσο πολύ που όμως δεν ήξερε πια τι ήταν αυτό που ειλικρινά ήθελε τον Αντώνη, που είχε γνωρίσει ? ή τον Αντώνη που της αποκαλύφθηκε χτες βράδυ?



Προσπαθούσε να τα βάλει όλα σε μια σειρά και η ζωή της τα τελευταία χρόνια πέρασε σα ταινία από μπροστά της. Μάταια όμως όλο και βυθιζόταν πιο πολύ στο χάος των σκέψεών της. Είχε αρχίσει η υγρασία της θάλασσας να της προκαλεί ρίγη στο σώμα της, ο ήλιος είχε δειλά - δειλά αρχίσει να δύει.



Τέσσερις ώρες είχαν περάσει μπροστά στη θάλασσα, σαφώς λίγο πιο ήρεμη αλλά μπερδεμένη στο μυαλό της. Αισθανόταν το κουβάρι της ζωής της ότι τυλιγόταν πιο πολύ γύρω της. Έτσι σκέφτηκε να πάρει τη καλύτερή της φίλης. Έπρεπε σε κάποιον να μιλήσει. Ήθελε απλά να ακούσει μια άλλη φωνή να σπάσει τη μονοτονία των σκέψεων της.

- Έλενα!! Περίμενε λίγο … μη κλήσεις … Συγνώμη, μόλις με πέτυχες στο σουπερ μάρκετ, φορτωμένη με ψώνια.. Με πρόλαβες..Τι κάνεις? Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο να ερχόσουν για φαγητό το βράδυ..

- …. Προσπαθούσε να βρει λόγια … αλλά τα δάκρυα δεν την άφηναν…

- Έλα με ακούς?... Έλενα?!?!.. Μίλα μου τι έχεις? Τι έγινε?

- Ναι, Καλά … δηλαδή Άννα, δεν είμαι καλά… Ο Αντώνης..!!!

- Τι έγινε κορίτσι μου, .. τι ο Αντώνης? … σε παρακαλώ μη κλαις και εξήγησέ μου… τι έπαθες, τι έπαθε ο Αντώνης..?!?!

- Δεν έπαθε κάτι καλά είναι … βρεθήκαμε….

- Βρεθήκατε?

- Ναι …

- Ε, και τι έγινε?... κορίτσι μου σε παρακαλώ , πες μου … καταρχήν που είσαι?

- Στο Σούνιο…έχω έρθει στη παραλία.

- Πότε βρεθήκατε?

- Χτες το μεσημέρι…αλλά καταλήξαμε όλη την υπόλοιπη ημέρα μαζί ..

- Μάλιστα… προσπάθησε να με ακούσεις… είσαι σε θέση να οδηγήσεις? Να έρθω να σε πάρω?

- Νομίζω ναι δεν θα τρέχω …

- Έλα από το σπίτι

- θα προσπαθήσω να έρθω… όχι δεν χρειάζεται να έρθεις

- Ωραία θα σε περιμένω… εντάξει… θα τα πούμε όλα από κοντά… θα μου εξηγήσεις και θα βρούμε την άκρη. Δεν είσαι μόνη σου.

- Εντάξει θα έρθω.

- Σε περιμένω… και να προσέχεις στο δρόμο.

Η Έλενα και η Άννα ήταν χρόνια φίλες. Ήταν δυο αντίθετοι χαρακτήρες, που όμως ήταν παρορμητικοί στον τρόπο που εξέφραζαν τα συναισθήματά τους και αυτό ίσως να ήταν και ένα κοινό στοιχείο που τις έδεσε και η μια εμπιστευόταν την άλλη. Πολλές φορές η σχέση τους είχε δοκιμαστεί κατά το παρελθόν, όμως οι ζαριές της ζωής, πότε ντόρτια και πότε εξάρες ,σε όλους τους τομείς, τις έδεναν ακόμα περισσότερο.

Η Έλενα σε μια ώρα είχε φτάσει στο σπίτι της Άννας. Με το που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της η Έλενα έπεσε στην αγκαλιά της με αναφιλητά. Δεν την άφησε να της πει τίποτα… Απλά την πήρε αγκαλιά και την άφησε να ξεσπάσει… άλλωστε είχαν όλη τη βραδιά μπροστά τους να της εξηγήσει τι είχε συμβεί.

1 σχόλιο:

Walking in vain είπε...

Την καλησπέρα μου και από μένα, καλά είμαι σε ευχαριστώ.
Ελπίζω και εσύ να είσαι καλά, τις δυσκολίες έχουμε μάθει να τις αγαπάμε, άλλωστε αυτές μας φέρνουν κοντά σε μακρινές ψυχές.